Αποκατάσταση ελλειμμάτων κεφαλής και τραχήλου με τη χρήση περιστροφικών τοπικών και τοπικο-περιοχικών κρημνών: τριετής αναδρομική μελέτη

Ιωάννης Παπαδιόχος, Μαρία Λαζαρίδου, Κωνσταντίνος Κοντός , Ιωάννης-Σοφιανός Αστρείδης , Μαργαρίτα Βαφειάδου, Κωνσταντίνος Βαχτσεβάνος, Δόξα Μαγγούδη

Κλινική Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής του Α.Ν.Θ. "ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ"

 

Εισαγωγή: Τα ελλείμματα των μαλακών ιστών της κεφαλής και τραχήλου (ΚκΤ) προκύπτουν συνήθως εξαιτίας τραύματος ή ογκολογικής χειρουργικής επέμβασης. Για την αποκατάστασή τους χρησιμοποιούνται ελεύθερα δερματικά μοσχεύματα, τοπικοί και τοπικο-περιοχικοί κρημνοί και ελεύθεροι αγγειούμενοι κρημνοί. Η επιλογή του τύπου αποκατάστασης εξαρτάται από το μέγεθος του ελλείμματος, την ανατομική του θέση, και την εμπειρία του χειρουργού. 

Σκοπός: Η αναδρομικής μελέτη παρουσιάζει την τριετή χειρουργική εμπειρία της Kλινικής της ΣΓΠΧ του ΑΝΘ «ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ» στην αποκατάσταση δερματικών ελλειμμάτων ΚκΤ μετά από ογκολογικές εκτομές με τη χρήση διαφόρων τύπων περιστροφικών κρημνών.

Υλικά-Μέθοδος: Κατά την τριετία από 2011-2014, συνολικά 44 ασθενείς (23 γυναίκες και 21 άνδρες) με βλάβες του δέρματος της παρειάς (Ν=20), της ρινός (Ν=7), του κάτω βλεφάρου (Ν=5), του κροτάφου (Ν=4), του μετώπου (Ν=2), του τριχωτού της κεφαλής (Ν=2), του τραχήλου (Ν=2), του άνω χείλους (Ν=1) και του γενείου (Ν=1) αποκαταστάθηκαν με τη χρήση διαφόρων παραλλαγών περιστροφικών τοπικών και τοπικο-περιοχικών κρημνών. Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 44 έως 92 ετών (μ.ο. 76,2 έτη). Η διάμεση περίοδος παρακολούθησης ήταν 20 μήνες. Οι παθολογίες του δέρματος περιελάμβαναν συνολικά 32 βασικοκυτταρικά καρκινώματα, 8 πλακώδη καρκινώματα, 2 κακοήθη μελανώματα και 2 ακτινικές υπερκερατώσεις. Η μέγιστη διάμετρος των ελλειμμάτων κυμαινόταν από 1,5 έως 7,8 εκ.. <br /> Αποτελέσματα: Σε 6 ασθενείς προέκυψε περιορισμένης και εντοπισμένης έκτασης επιδερμόλυση και διάσπαση στα χείλη του τραύματος εξαιτίας περιφερικής ισχαιμίας/νέκρωσης. Η επούλωση σε αυτές τις περιπτώσεις επήλθε κατά δεύτερο σκοπό, πλήρως, εντός ενός μηνός από την επέμβαση. Σε έναν ασθενή προκλήθηκε έλξη του κάτω βλέφαρου και ένας άλλος παρουσίασε λεμφοίδημα στην ίδια περιοχή. Και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν με συντηρητικά μέσα και επανήλθαν στο φυσιολογικό μετά από 4 μήνες.

Συμπεράσματα: Οι τύποι των περιστροφικών κρημνών που περιλαμβάνονται στην αναδρομική μελέτη αποτελούν αποτελεσματικά, αξιόπιστα, και αισθητικώς ικανοποιητικά μέσα αποκατάστασης ελλειμμάτων που εντοπίζονται στις διάφορες ανατομικές περιοχές της ΚκΤ.